Ο κατώτατος μισθός αυξάνεται από τα 880 μεικτά στα 920 ευρώ ανακοίνωσε κατά την εισήγησή του στο υπουργικό συμβούλιο ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης .
Είναι η έκτη διαδοχική αύξηση, λέγοντας πως ξεπερνά σωρευτικά το 41% από το 2019, δηλαδή περισσότερο από 3.780 ευρώ τον χρόνο.
Τώρα ερχόμαστε στην ατζέντα του Υπουργικού Συμβουλίου, διότι στα μέτρα στήριξης της κοινωνίας σήμερα θα συναποφασίσουμε τη νέα αύξηση του βασικού μισθού, από 1ης Απριλίου. Θέλω να θυμίσω ότι είναι η έκτη διαδοχική αύξηση στον κατώτατο μισθό, τον οποίον είχαμε παραλάβει το 2019 στα 650 ευρώ.
Η εισήγηση της Υπουργού -και θα εξηγήσει στη συνέχεια αναλυτικά το σκεπτικό πίσω από αυτή την εισήγηση- είναι ο κατώτατος μισθός να ανέλθει στα 920 ευρώ. Είναι μια μηνιαία αύξηση 40 ευρώ από πέρυσι.
Με άλλα λόγια, η σωρευτική αύξηση στον κατώτατο μισθό από το 2019 ξεπερνάει το 41%. Είναι περισσότερο από 3.780 ευρώ τον χρόνο.
Και βέβαια, να θυμίσουμε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν αφορά μόνο τους συμπολίτες μας οι οποίοι βρίσκονται σε αυτό το μισθολογικό επίπεδο, συμπαρασύρει ανοδικά τις τριετίες, τα κλιμάκια στο Δημόσιο και φυσικά πολλά επιδόματα.
Προφανώς αυτή είναι μια ακόμα παρέμβαση η οποία έρχεται να συμπληρώσει το πλαίσιο των παρεμβάσεων που ψηφίσαμε στον προϋπολογισμό του 2026. Παρεμβάσεις οι οποίες έχουν ήδη νομοθετηθεί, σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις τις οποίες οι πολίτες ήδη τις είδαν.
Ειδικότερα οι νέοι μας, οι οποίοι κάτω των 25 δεν πληρώνουν πια καθόλου φόρο εισοδήματος, αλλά και οι συμπολίτες μας με μεγαλύτερο αριθμό τέκνων έχουν ήδη δει στη μισθοδοσία τους πραγματική αύξηση μισθών ως αποτέλεσμα της σημαντικής μείωσης των φόρων.
Και βέβαια, όσον αφορά τους ονομαστικούς μισθούς, θέλω να θυμίσω τον στόχο τον οποίο είχαμε θέσει το 2023, που αποτελούσε και την κεντρική προεκλογική μας δέσμευση: να φτάσουμε στα 1.500 ευρώ στον μέσο μισθό -θέλω να τονίσω ότι είμαστε ήδη εκεί, και λίγο παραπάνω, για την πλήρη απασχόληση- και να φτάσουμε στα 950 ευρώ το 2027 τον κατώτατο μισθό. Νομίζω ότι με αρκετή βεβαιότητα και αρκετή ορατότητα μπορούμε να πούμε ότι και τον στόχο μας αυτόν θα μπορούμε το 2027 να τον έχουμε πετύχει.
Και βέβαια, εκτός από αυτή την πολύ σημαντική παρέμβαση, θα ήθελα να κάνω και μια ξεχωριστή μνεία σε ένα σημαντικό νομοσχέδιο το οποίο ψηφίστηκε πάλι από το Υπουργείο Εργασίας πριν από λίγες εβδομάδες και το οποίο αφορά τον κοινωνικό διάλογο, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Τώρα νομίζω ότι καθίσταται απολύτως σαφές γιατί αυτή η σημαντική πρωτοβουλία της κυβέρνησης οδηγεί τελικά σε καλύτερους μισθούς.
Πάρτε για παράδειγμα τη συλλογική σύμβαση εργασίας στον επισιτισμό, -400.000 υπάλληλοι καλύπτονται από αυτή τη συλλογική σύμβαση εργασίας, περίπου το 15% των εργαζόμενων- με διαπραγματεύσεις εργοδοτών και εργαζόμενων. Άρα, όταν υπογράφεται μια τέτοια συλλογική σύμβαση και τα δύο μέρη εκπροσωπούνται, και οι εργαζόμενοι παίρνουν καλύτερους μισθούς, αλλά και οι εργοδότες δίνουν αυξήσεις που οι ίδιοι να πιστεύουν ότι μπορούν να τις αντέξουν, χωρίς να υπονομεύσει την ανταγωνιστικότητά τους. Είναι μια εξαιρετικά θετική εξέλιξη, με μισθούς σημαντικά υψηλότερους του κατώτατου μισθού που έρχεται, νομίζω, να προστεθεί σε ένα συνολικά πολύ θετικό αφήγημα το οποίο έχουμε για την πορεία της αγοράς εργασίας στη χώρα μας.
Αξίζει πάντα να θυμίζουμε ότι το 2019 κεντρική μας δέσμευση ήταν η μείωση της ανεργίας και η δημιουργία πολλών νέων θέσεων απασχόλησης. Σήμερα, κάνοντας πια τον απολογισμό μας, αυτή την τελευταία εξαετία έχουν προστεθεί 563.000 νέες θέσεις εργασίας στη χώρα μας. Επαναλαμβάνω: 563.000 νέες θέσεις εργασίας. Παραλάβαμε την ανεργία στο 18%, τον Ιανουάριο βρέθηκε στο 7,7%.
Προσθέστε σε αυτή την, νομίζω, πολύ επιτυχημένη πολιτική το γεγονός πια ότι προστατεύουμε τους εργαζόμενους μέσα από την ψηφιακή κάρτα εργασίας, η οποία διασφαλίζει απόλυτα τα δικαιώματά τους. Την επεκτείνουμε, μάλιστα, σε πέντε ακόμα κλάδους, από την ιδιωτική υγεία μέχρι τις τηλεπικοινωνίες και τις εταιρείες καθαριότητας. Η περίμετρος, πλέον, θα ξεπερνά τα 2,3 εκατομμύρια εργαζόμενους.
Νομίζω ότι και αυτή η πρωτοβουλία μας έχει δικαιωθεί από τα πραγματικά στοιχεία τα οποία βλέπουμε, με τη σημαντική αύξηση των δηλωμένων υπερωριών και με μία πολύ καλύτερη προστασία του εργαζομένου απέναντι σε οποιαδήποτε δυνητική εργοδοτική αυθαιρεσία. Θα μιλήσουμε όμως γι’ αυτά πιο αναλυτικά στη συνέχεια της συνεδρίασής μας.
